Λεωφόρος των Ηρώων στο Πεδίον του Άρεως: Ιστορία και Αντιδράσεις

Τόποι μνήμης για την Ελληνική Επανάσταση, 19ος -20ος αιώνας*

Η Λεωφόρος των Ηρώων στο Πεδίον του Άρεως αποτελεί μνημειακό σύνολο με 21 μαρμάρινες προτομές ηρώων της Επανάστασης, τοποθετημένες στον χώρο, σταδιακά, από το 1937 έως το 2005. Το αρχικό σύνολο περιλάμβανε 16 μορφές αγωνιστών, η φιλοτέχνηση των οποίων ανατέθηκε το 1934, επί πρωθυπουργίας Παναγή Τσαλδάρη, σε μέλη του Σωματείου Ελλήνων Γλυπτών, με δαπάνες που καλύφθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση και τον ελληνικό λαό μέσω εράνου. Τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 24 Μαρτίου 1937, στο πλαίσιο των εορτασμών της εθνικής επετείου από το μεταξικό καθεστώς. Από το 1956 και εξής άλλες πέντε προτομές εντάχθηκαν στον χώρο, με πρωτοβουλία κυρίως εθνοτοπικών συλλόγων.

Η ματαίωση της Κατασκευής του Πανελλήνιου Ηρώου

Το Πεδίον του Άρεως ως κοινόχρηστος χώρος πρασίνου, περίπου όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, διαμορφώθηκε μεταξύ των ετών 1934-1937. Παράλληλα, η δημιουργία της Λεωφόρου των Ηρώων προέκυψε μετά την για άλλη μια φορά ματαίωση της κατασκευής Πανελλήνιου Ηρώου, που προοριζόταν να ενταχθεί στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 100 χρόνια από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Το ανεκπλήρωτο από την εποχή του Καποδίστρια εθνικό αίτημα (Δ΄ Εθνοσυνέλευση, 1829) είχε επανέλθει το 1918, ενόψει των εορτασμών της Εκατονταετηρίδας της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Με βασιλικό διάταγμα συγκροτήθηκε τότε Κεντρική Επιτροπή με καθορισμένο κανονισμό εργασιών λειτουργίας. Πρόεδρος της Επιτροπής ήταν ο Θεμιστοκλής Σοφούλης και Γενικός Γραμματέας ο λογοτέχνης και δημοσιογράφος Ιωάννης Δαμβέργης, με έργο τον συντονισμό των εορτασμών. Ξεχωριστή επιτροπή, η Επιτροπή Μεγάλου Μνημείου με πρόεδρο τον Ελευθέριο Βενιζέλο πρότεινε την ανίδρυση του Ηρώου στον λόφο του Αρδηττού. Η Μικρασιατική εκστρατεία και η ήττα του ελληνικού στρατού μετέθεσαν την ιδέα του Ηρώου για το 1930, όταν θα εορτάζονταν τα 100 χρόνια του ελληνικού κράτους. Οι σχετικές προτάσεις αναζωπυρώθηκαν τον Δεκέμβριο του 1928, όταν με Προεδρικό Διάταγμα επανασυστάθηκε η Κεντρική Επιτροπή, με Πρόεδρο τον Αλ. Ζαΐμη και Γενικό Γραμματέα και πάλι τον Ιω. Δαμβέργη. Η Επιτροπή Μεγάλου Μνημείου μετονομάστηκε σε Επιτροπή Ηρώου, με μέλη γνωστούς αρχιτέκτονες της εποχής, καλλιτέχνες και καθηγητές της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ), που θα αποφάσιζαν για το σχέδιο κατασκευής και τον τόπο ανέγερσης του Ηρώου. Η απόφαση της επιτροπής όριζε την ανίδρυση του μνημείου «εν τω κέντρω του Πεδίου του Άρεως, εν μέσω φυτειών και αλσυλλίων», και την κατασκευή του από κυβόλιθους, που θα έστελναν κάθε δήμος και κοινότητα της Ελλάδας, η Κύπρος και οι παροικίες. Θα είχε το σχήμα ναού, στο εσωτερικό του οποίου θα τοποθετούνταν Αγία Τράπεζα, στην ανατολική πλευρά, ενώ οι υπόλοιπες πλευρές θα τοιχογραφούνταν με εικόνες περιστατικών της Επανάστασης. Εξωτερικά, θα κοσμούνταν με ανδριάντες, προτομές, γλυπτικά συμπλέγματα και σύμβολα. Το Ηρώο θεμελιώθηκε το 1930, όμως κυρίως εξαιτίας ανεπαρκών εσόδων δεν ανεγέρθηκε ποτέ και, αντί αυτού, οικοδομήθηκε ένα περίζωμα από τους κυβόλιθους που είχαν συγκεντρωθεί.

Φιλοτέχνηση των Προτομών από το Σωματείο Ελλήνων Γλυπτών

Τέσσερα χρόνια μετά, επί πρωθυπουργίας Παναγή Τσαλδάρη, δρομολογήθηκε η δημιουργία της Λεωφόρου των Ηρώων, ως φόρος τιμής στους αγωνιστές της Επανάστασης. Το 1934 η Ανωτάτη Πολεοδομική Επιτροπή υπέβαλε στον υπουργό Συγκοινωνίας, Πέτρο Ράλλη, νόμο «περί συμβολής του Δημοσίου προς διαμόρφωσιν του Πεδίου του Άρεως εις κοινόχρηστον άλσος των Αθηνών». Ο χώρος μετατράπηκε σε πάρκο με τις άμεσες ενέργειες του τότε προσωπάρχη του Υπουργείου Συγκοινωνίας, Ιωάννη Οικονόμου. Την ίδια χρονιά, η φιλοτέχνηση των μαρμάρινων μορφών του 1821 ανατέθηκε στο Σωματείο Ελλήνων Γλυπτών (ίδρυση 1929), μέλη του οποίου ήταν κάποιοι από τους πιο ταλαντούχους και διεθνούς φήμης γλύπτες της εποχής, όπως ο Μιχάλης Τόμπρος, ο Θωμάς Θωμόπουλος, ο Αντώνης Σώσος κ.α. Η αμοιβή των καλλιτεχνών ήταν 65.000 δραχμές για κάθε προτομή. Τη δαπάνη του έργου ανέλαβε η Ελληνική Κυβέρνηση και ο ελληνικός λαός μέσω εράνου. Ο Ι. Οικονόμου, ως πρόεδρος του Ειδικού Ταμείου Μονίμων Οδοστρωμάτων, παραχώρησε το ποσό των 2.000.000 δραχμών.

«Αντί Ενθουσιασμού προκαλούν οίκτο αι προτομαί των ηρώων του 1821», διαπιστώνει η Ακρόπολις στις 27/03/1937 και ειδικεύει: «η προτομή του μεγάλου τορπηλητού Κωνσταντίνου Κανάρη τον εμφανίζει σαν ένα κοινό ανθρωπάκι. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος εμφανίζεται με… ψαλλιδισμένο μουστάκι, η Μπουμπουλίνα παρέχει την εντύπωση γαλατούς…». 

 

Αντιδράσεις για τον τρόπο επιλογής των καλλιτεχνών

Η υποδοχή της πρωτοβουλίας από την κοινή γνώμη ήταν θερμή, προτού ακόμη γίνουν γνωστές οι μορφές των τιμώμενων προσώπων. Αντιδράσεις, όμως, προκάλεσε το 1935 η γνωστοποίηση του τρόπου επιλογής των καλλιτεχνών, με τη διαδικασία ανάθεσης των έργων από επιτροπή της Σχολής Καλών Τεχνών, υπό την προεδρία του τότε διευθυντή της, Κώστα Δημητριάδη, και μέλη τους καθηγητές Κωνσταντίνο Παρθένη (ζωγραφική) και Γιάννη Κεφαλληνό (χαρακτική). Αν και χωρίς να αμφισβητήσει την αξιοσύνη των επιλεγμένων δημιουργών, η εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» θεώρησε αναγκαία τη διεξαγωγή διαγωνισμού προπλασμάτων, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποδοχή των έργων από την κοινή γνώμη.

Ρεαλιστικό και ακαδημαϊκό ιδίωμα με κλασικιστικές επιρροές

Και οι 16 προτομές των αγωνιστών που τότε επιλέχθηκαν να κοσμήσουν τη Λεωφόρο των Ηρώων φιλοτεχνήθηκαν μεταξύ 1934-1937 σε λευκό πεντελικό μάρμαρο και τοποθετήθηκαν κατά μήκος και αντικριστά, επάνω σε βάθρα ύψους περίπου 2 μέτρων, προκειμένου να εξαίρονται. Με στόχο την ευρεία αποδοχή τους, ως κοινή μορφοπλαστική κατεύθυνση επιλέχθηκε το ρεαλιστικό και ακαδημαϊκό ιδίωμα με κλασικιστικές επιρροές, σε αντίθεση με το ρεύμα του μοντερνισμού και τις λιτές γραμμές που επικρατούσαν διεθνώς τότε. Η Λεωφόρος των Ηρώων ως τόπος μνήμης του 1821 εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια ανάτασης του εθνικού φρονήματος μετά τη μικρασιατική καταστροφή, μέσα στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής ιδεολογίας της γενιάς του 1930.

Οι αρχικές μορφές της Λεωφόρου των Ηρώων

Το αρχικό μνημειακό σύνολο περιλάμβανε τις μορφές των Δημήτρη Υψηλάντη, Κίτσου Τζαβέλλα, Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Κωνσταντίνου Κανάρη, Μάρκου Μπότσαρη, Γεώργιου Καραϊσκάκη, Ανδρέα Μιαούλη, Νικηταρά Παπαφλέσσα, Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, Παλαιών Πατρών Γερμανού, Οδυσσέα Ανδρούτσου, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Αθανασίου Διάκου, Μαντώς Μαυρογέννους και Δημήτριου Παπανικολή.

Έκκληση για τη δημιουργία και δύο ανάγλυφων

Για τη συμπλήρωση του τόπου μνήμης για την Ελληνική Επανάσταση επρόκειτο να τοποθετηθούν και δύο ανάγλυφα, για την έξοδο του Μεσολογγίου και την πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κωνσταντίνο Κανάρη. Δημοσιεύματα στον Τύπο σημείωναν την ανάγκη της συμβολής Κράτους, φορέων και πολιτών για τη συμπλήρωση του έργου και τη δημιουργία κέντρου «εθνικής τιμής και πανελληνίου σεβασμού» στον χώρο.

Αποκαλυπτήρια της Λεωφόρου των Ηρώων στις 24 Μαρτίου 1937

Τα αποκαλυπτήρια πραγματοποιήθηκαν στις 24 Μαρτίου 1937, στο πλαίσιο του εορτασμού της εθνικής επετείου, που για πρώτη φορά διοργάνωνε το μεταξικό καθεστώς με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια. Από την προηγούμενη νύχτα το πάρκο είχε φωταγωγηθεί και η είσοδος ήταν πλέον ελεύθερη για το κοινό. Οι ελάχιστες και επιπλέον περιεκτικές αναφορές στον Τύπο σχετικά με την τελετή των εγκαινίων της Λεωφόρου των Ηρώων το πιθανότερο είναι να σχετίζονται με τις προτεραιότητες του καθεστώτος. Η εφαρμογή του φιλόδοξου εξοπλιστικού προγράμματος του Μεταξά είχε ήδη αρχίσει και η εθνική επέτειος ήταν η καλύτερη ευκαιρία για την προβολή των άρτι αφιχθέντων από τη Γερμανία βαρέων πυροβόλων νέου τύπου. Η μνήμη του 1821 βρέθηκε στη σκιά του μέλλοντος. Ανάμεσα στα άλλα τελετουργικά, η επιβλητική στρατιωτική παρέλαση προκάλεσε πατριωτική έξαρση. Επρόκειτο για «έναν νεωτερισμόν αναμφιβόλως συντελούντα εις το να αισθάνεται βαθύτερα ο ελληνικός λαός την σημασίαν της ημέρας όχι μόνον διά το παρελθόν του, αλλά και διά το μέλλον του», γράφει το «Ελεύθερον Βήμα» και συμπληρώνει ότι μια εθνική εορτή δεν έχει μόνον σκοπό να υπενθυμίζει τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα στα οποία αναφέρεται, αλλά και να καθιστά αισθητή την ανάγκη «όπως το σήμερα και το αύριον της χώρας είνε αντάξια των γεγονότων εκείνων, όπως το έθνος είνε ανά πάσαν στιγμήν έτοιμον να τα επαναλάβη, εάν αι περιστάσεις το επέβαλλαν».

Η εφημερίδα Ακρόπολις καλεί τους γλύπτες να πάρουν πίσω τις προτομές και να ξαναγίνουν από την αρχή, καθώς «ο Παλαιών Πατρών Γερμανός φαίνεται σαν να μην έχει λαιμό, ο Υψηλάντης φαίνεται σαν κολλημένος μέσα στο κολάρο του και ο Κολοκοτρώνης σαν ένας κοινός λήσταρχος – ας μας συγχωρηθεί η βλασφημία… Δεν είναι προτομαί αυταί των ανθρώπων που συνήγειραν μίαν ολόκληρη φυλήν και που εκίνησαν τον θαυμασμόν της υφηλίου…», 27/03/1937.  

 

Αντιδράσεις για την απόδοση των μορφών των Ηρώων

Ως προς τις 16 προτομές στο πεδίον του Άρεως, αντιδράσεις υπήρξαν για τον τρόπο απόδοσης των αγωνιστών. Δημοσίευμα της εφημερίδας «Ακρόπολις» με τίτλο «Αντί ενθουσιασμού προκαλούν οίκτο», αναφέρεται σε επικριτικές επιστολές αναγνωστών που είχαν επισκεφθεί τον μνημειακό τόπο και μιλά για κακοποίηση των ηρωικών μορφών:
«Ο Οδυσσεύς Ανδρούτσος εμφανίζεται με.…ψαλλιδισμένο μουστάκι. Ο Κανάρης φαίνεται σαν άνθρωπος κοιμισμένος. Ο Καραϊσκάκης είνε άψυχος ανθρωπάκος […] η Μπουμπουλίνα παρέχει την εντύπωσιν γαλατούς. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός φαίνεται σαν να μη έχη λαιμόν καθόλου. Ο Υψηλάντης φαίνεται σαν κολλημένος μέσα εις κολλάρο. Ο Κολοκοτρώνης φαίνεται σαν ένας κοινός….λήσταρχος –ας μας συγχωρηθή η βλασφημία– και ο Τζαβέλλας δεν έχει τίποτε το ηρωϊκόν εις την μορφήν του».

Ο αρθρογράφος ξεχωρίζει ελάχιστα έργα (προτομές των Παπανικολή, Μαντώς Μαυρογένους και Νικηταρά), που μορφοπλαστικά ακολουθούν τους ακαδημαϊκούς τύπους με ιδεαλιστικά στοιχεία, ενώ για τα περισσότερα από «τα μαρμάρινα κατασκευάσματα» αξιώνει «να απαλειφθούν… και να ξαναγίνουν από την αρχήν». Παρόλο που αναγνωρίζει ότι μερικοί από τους ήρωες του 1821 «είχαν ωρισμένα σωματικά μειονεκτήματα», αποστολή των καλλιτεχνών θεωρούσε να τα «αφήνουν εις την σκιάν». Κριτήριο αξιολόγησης της γλυπτικής απεικόνισης ήταν οι προσωπογραφίες της εποχής του 1821, που «δεν έλειπαν από κανένα σχολείον και εκοσμούσαν τα περισσότερα σπίτια της ελευθέρας αλλά και της υποδούλου Ελλάδος». Πράγματι, όπως επισημαίνει η Χριστίνα Κουλούρη, η «φιλελληνική ματιά» στις απεικονίσεις των αγωνιστών του 1821 από τον Delacroix, τον Peter von Hess και τον Karl Krazeisen, και η μαζική διάδοση των έργων τους μέσα από λαϊκά έντυπα και τα σχολικά εγχειρίδια, παγίωσαν μια ωραιοποιημένη και εξιδανικευμένη εικόνα τους στη συλλογική μνήμη, μέχρι και σήμερα. Και κατά τη δεκαετία του ΄30, η αντίληψη για τον τρόπο απόδοσης των εθνικών ηρώων δεν ήταν διαφορετική από εκείνη του προηγούμενου αιώνα.

Ύστερες προσθήκες στη Λεωφόρο των Ηρώων

Σήμερα, η Λεωφόρος Ηρώων καταλήγει στο μεταγενέστερο μνημείο του Νότη Μπότσαρη (1956) στο Πεδίον του Άρεως. Επίσης, εκτός από τις 16 προτομές έχουν προστεθεί εκείνες των Εμμανουήλ Παππά (1978), Νικολάου Κριεζώτη (1984), Δημητρίου Πλαπούτα (1994) και τελευταία της Δόμνας Βισβίζη (2005).

Σχεδιάγραμμα στο οποίο σημειώνεται που βρίσκεται κάθε προτομή της Λεωφόρου των Ηρώων. ΚΕΝΙ 2018-2020.

1. Ηρώο Νότη Μπότσαρη
2. Δημήτριος Υψηλάντης
3. Γρηγόριος Παπαφλέσσας
4. Κίτσος Τζαβέλλας
5. Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα
6. Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης
7. Παλαιών Πατρών Γερμανός
8. Κωνσταντίνος Κανάρης
9. Οδυσσέας Ανδρούτσος
10. Δόμνα Βισβίζη
11. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
12. Μάρκος Μπότσαρης
13. Αθανάσιος Διάκος
14. Γεώργιος Καραϊσκάκης
15. Μαντώ Μαυρογένους
16. Ανδρέας Μιαούλης
17. Δημήτριος Παπανικολής
18. Νικηταράς
19. Δημητράκης Πλαπούτας
20. Εμμανουήλ Παππάς
21. Νικόλαος Κριεζιώτης
22. Ταφικό μνημείο Αλέξανδρου Υψηλάντη
23. Μνημείο Πεσόντων Ιερού Λόχου

* Το άρθρο περιλαμβάνεται στο Ερευνητικό Πρόγραμμα «Τόποι μνήμης για την Ελληνική Επανάσταση, 19ος -20ος αιώνας», το οποίο εκπονήθηκε από το Κέντρο Έρευνας Νεότερης Ιστορίας (ΚΕΝΙ) του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου σε συνεργασία με το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία από το 2018 έως το 2020. Επιστημονικά υπεύθυνη του προγράμματος ήταν η Καθηγήτρια Νεότερης & Σύγχρονης Ιστορίας Χριστίνα Κουλούρη. Ημερομηνία ανάκτησης: 4 Σεπτεμβρίου 2024. Πηγή: ΤΟΠΟΙ ΜΝΗΜΗΣ.ΚΕΝΙ.GR.



Αφήστε ένα σχόλιο:

Ημερολόγιο Εκδηλώσεων

Δε
Τρ
Τε
Πε
Πα
Σα
Κυ
Πρόσβαση